Αφιέρωμα στον Χριστόφορο Α. Πισσαρίδη

Το τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου της Athens Review of Books είναι αφιερωμένο στον Νομπελίστα οικονομολόγο Χριστόφορο Α. Πισσαρίδη. Ιδιαίτερα στην εποχή της Μεγάλης Κρίσης είναι απαραίτητο να μελετηθούν οι νέες ιδέες που βελτιώνουν σημαντικά το αναλυτικό μας οπλοστάσιο για τις αγορές εργασίας, επιτρέποντας ρεαλιστικότερη και πλέον αποτελεσματική ανάλυση των επιπτώσεων διαφόρων μέτρων οικονομικής πολιτικής. Γράφουν οι καθηγητές: Κώστας Αζαριάδης (Πανεπιστήμιο Washington, Σαιντ Λούις), Τζέιμς Άλμπρεκτ (Πανεπιστήμιο Georgetown), Σούζαν Βρόμαν (Πανεπιστήμιο Georgetown), Γιάννης Μ. Ιωαννίδης (Πανεπιστήμιο Tufts), Ντέιλ Τ. Μόρτενσεν (Βραβείο Νόμπελ 2010, Πανεπιστήμιο Northwestern), Τσάρλι Μπιν (LSE, Υποδιοικητής Τράπεζας της Αγγλίας), Ολιβιέ Μπλανσάρ (ΜΙΤ, Επικεφαλής Οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), Στίβεν Νίκελ (LSE, Πανεπιστήμιο Οξφόρδης), Μπάρμπαρα Πετρόνγκολο (Πανεπιστήμιο Λονδίνου - Queen Mary, LSE), Ρόμπερτ Σάιμερ (Πανεπιστήμιο Σικάγου), Ρόμπερτ Σόλοου (Βραβείο Νόμπελ 1987, ΜΙΤ).Ακολουθεί το άρθρο των Κ. Αζαριάδη, Γ.Μ. Ιωαννίδη:
 
Χριστόφορος Αντωνίου Πισσαρίδης: ο επιστήμων
Από τους ΚΩΣΤΑ ΑΖΑΡΙΑΔΗ και ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ
 
Το 2010, η Επιτροπή Νόμπελ για τις Οικονομικές Επιστήμες βράβευσε τον Χριστόφορο Πισσαρίδη για την πρωτοποριακή συμβολή του στην κατανόηση της αγοράς εργασίας. Μαζί με τους επίσης βραβευμένους Ντέιλ Μόρτενσεν (Dale Mortensen ) και Πίτερ Ντάιαμοντ (Peter Diamond), ο Χριστόφορος Πισσαρίδης ανέπτυξε ένα καινούργιο οικονομικό υπόδειγμα που δίδει ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της αναζήτησης, όπου οι εργάτες αναζητούν δουλειές και οι επιχειρήσεις εργαζόμενους. Το σύνολο των εργασιών των επιστημόνων αυτών, που είναι γνωστό, στην οικονομική επιστήμη, σαν το υπόδειγμα DMP από τα αρχικά των επωνύμων των εφευρετών του, μας έχει οδηγήσει σε βαθύτερη κατανόηση της ανεργίας και των μέτρων οικονομικής πολιτικής που απαιτούνται για την αντιμετώπιση προβλημάτων όπως έλλειψη εργατών, απώλεια θέσεων εργασίας και υποαπασχόληση.
 
Η θεωρία αναζήτησης είναι καινοτομία διότι περιγράφει τις αγορές με τελείως διαφορετικό τρόπο από την ανταγωνιστική οικονομία του Άνταμ Σμιθ στον Πλούτο των Εθνών. Ο κόσμος του Άνταμ Σμιθ κατοικείται από μεγάλο αριθμό σχετικά μικρών οικονομικών μονάδων, ανωνύμων αγοραστών και πωλητών. Στον κόσμο αυτόν, κανένας δεν είναι αρκετά μεγάλος για να επηρεάσει τη λειτουργία της αγοράς, και όλες οι ανταλλαγές γίνονται στην ίδια τιμή. Απρόσκοπτος ανταγωνισμός αποτρέπει χονδρεμπόρους και άλλους μεσάζοντες από το να επηρεάζουν την τιμή, και αναγκάζει τους αγοραστές να αποδεχθούν το ελάχιστο δυνατό κέρδος το οποίο τους επιτρέπει να επιζήσουν στην αγορά.
Τα πάντα λειτουργούν τέλεια στην οικονομία του Άνταμ Σμιθ. Ο ανταγωνισμός εγγυάται ότι μόνο οι πλέον ταλαντούχοι παραγωγοί επιζούν, με περιορισμένες δυνατότητες κερδών, πουλώντας στη μικρότερη δυνατή τιμή. Όλοι οι αγοραστές βρίσκουν πωλητές και όλοι οι πωλητές βρίσκουν αγοραστές στην τιμή που κυριαρχεί στην αγορά – γρήγορα και ανώδυνα. Δεν υπάρχουν αποθέματα απώλητων προϊόντων. Αυτοί που πωλούν σπίτια δεν χρειάζεται να περιμένουν, φρέσκια σοδειά δεν παραμένει στα τελάρα των μανάβηδων, και δεν χρειάζονται μεγάλες εκπτώσεις για να κινηθεί η αγορά. Σε κατάσταση ειρήνης, με πλήρη προστασία της ιδιωτικής περιουσίας, και όπως λέει και ο Σμιθ, «ανεκτή εφαρμογή των νόμων», τα οικονομικά αποτελέσματα είναι τόσο καλά σαν να καθοδηγούνται από το «αόρατο χέρι» της Θείας Πρόνοιας. Οι αγορές λειτουργούν τέλεια διαρκώς. Και εάν ποτέ δημιουργούν υπερβολικές ανισότητες στην κατανομή του εισοδήματος ή του πλούτου, αρκεί να μεταβιβάσουμε χρήμα από εύπορους σε πτωχούς και να αφεθούμε στη μαγική λειτουργία των αγορών.
 
Η θεωρία αναζήτησης, και ειδικά το υπόδειγμα DMP, προσφέρει δόση υγιούς ρεαλισμού στο όμορφο σενάριο του Άνταμ Σμιθ, που έχει πολύ λίγα πράγματα να πει για φαινόμενα όπως συνύπαρξη πολύ διαφορετικών τιμών, ανενεργά εργοστάσια, απούλητα σπίτια, άνεργοι εργάτες, ιδιωτικά χρηματοοικονομικά συμβόλαια, και ακόμα λιγότερα για κολοσσιαίες αποτυχίες του οικονομικού μας συστήματος όπως την Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 και τη Μεγάλη Κρίση των τελευταίων τεσσάρων ετών. Γιατί καφενεία στην ίδια γειτονιά μιας πόλης χρεώνουν τον καφέ σε διαφορετικές τιμές; Γιατί κατασκευαστικές εταιρείες έκτισαν στο Λας Βέγκας και τη Μαδρίτη ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα πριν μερικά χρόνια, τα οποία τώρα παραμένουν ακατοίκητα; Πώς εξηγείται η συμπεριφορά ατόμων που επιδιώκοντας να πουλήσουν μια ιδιοκτησία προτιμούν να την αφήνουν στην αγορά για μεγάλο διάστημα αντί να μειώσουν την τιμή για την πουλήσουν πιο γρήγορα; Τέτοια ερωτήματα ενέπνευσαν τους Ντέιλ Μόρτενσεν, Πίτερ Ντάιμοντ και Χριστόφορο Πισσαρίδη (και τον Πισσαρίδη ιδιαίτερα το πρόβλημα της παρατεταμένης ανεργίας) τα τελευταία τριάντα χρόνια.
Πολύ σημαντικό μεταξύ των ερωτημάτων αυτών είναι να εξηγηθούν οι οικονομικές δυνάμεις που διέπουν την Καμπύλη Μπέβεριτζ. Γνωστή αρχικά σαν Καμπύλη U-V, ονομάστηκε από το όνομα του Βρετανού οικονομολόγου Γουίλιαμ Χένρι Μπέβεριτζ (W.Η. Beveridge, 1879-1963), και καταγράφει την αρνητική συσχέτιση μεταξύ ανεργίας και κενών θέσεων εργασίας. Ανεργία και κενές θέσεις εργασίας συνυπάρχουν, με περισσότερες κενές θέσεις όταν η ανεργία είναι μικρή· και το αντίθετο, όταν η ανεργία είναι μεγάλη. Στην οικονομία των ΗΠΑ, αλλά και σε πολλές άλλες, εκατομμύρια εργατών είναι άνεργοι την ίδια στιγμή που εκατομμύρια κενές θέσεις διαφημίζονται από επιχειρήσεις. Οφείλεται αυτό σε ιδιαίτερα απαιτητικούς εργάτες ή σε τσιγκούνηδες εργοδότες; Πώς μπορούν κενές θέσεις εργασίας να βρουν το ταίρι τους;
Η πρωτοποριακή ανάλυση, από τους Ντέιλ Μόρτενσεν, Πίτερ Ντάιμοντ, και Χριστόφορο Πισσαρίδη, των αγορών που υπόκεινται σε τριβές –όπως κόστος αναζήτησης, ατελή πληροφόρηση, ανάγκη διαπραγμάτευσης και εξωτερικές οικονομίες– περιγράφει φαινόμενα που είναι ανύπαρκτα στην κόσμο του Άνταμ Σμιθ. Αντίθετα, στον κόσμο του DMP, αγοραστές και πωλητές είναι τελείως διαφορετικοί: αναζητούν ο ένας τον άλλο, μερικές φορές επιτυχώς και άλλες ανεπιτυχώς. Εάν επιτυχώς, συναντώνται προσωπικά και όχι ανώνυμα σαν μέλη «αγέλης» που κάνουν όλοι το ίδιο. Εάν η μία πλευρά είναι ευχαριστημένη από το τι προσφέρει η άλλη πλευρά, τότε δεν αρκούνται στους όρους της «αγοράς» αλλά προχωρούν σε διαπραγματεύσεις για τους όρους της απασχόλησης, δεδομένης της οικονομικής θέσης της κάθε πλευράς και των ευκαιριών που έχουν στη διάθεσή τους εάν δεν συμφωνήσουν τελικά. Συνεπώς, παρόμοιες δουλειές αμείβουν διαφορετικούς εργάτες διαφορετικά, και παρόμοιοι εργάτες συμφωνούν σε διαφορετικούς όρους με διαφορετικούς εργοδότες.
 

 

Ο Χριστόφορος Πισσαρίδης στο γραφείο του με τον γιο του Αντώνη, 1988.
 
 
Όλοι γνωρίζουν ότι απαιτείται χρόνος, χρήμα και τύχη για να βρει κανείς αυτό που ψάχνει. Οι επιχειρήσεις διαφημίζουν τις κενές θέσεις και εξετάζουν υποψηφίους· οι εργάτες διαβάζουν τις διαφημίσεις και απαντούν στέλνοντας τα βιογραφικά τους. Οι συναντήσεις εργοδοτών με ενδιαφερόμενους εργάτες δεν καρποφορούν πάντα. Το ενδεχόμενο επιτυχίας εξαρτάται από το τι ακριβώς ξέρει η μία πλευρά για την «ποιότητα» της άλλης, πόσοι υποψήφιοι ψάχνουν για δουλειές και πόσες θέσεις είναι κενές. Κάθε άνεργος που αρχίζει να ψάχνει για δουλειά μειώνει τις πιθανότητες αυτών που ήδη είναι στην «αγορά» και ψάχνουν, και αυξάνει τις πιθανότητες των επιχειρήσεων να προσλάβουν εργάτες. Οι προσλήψεις είναι πιο εύκολες και οι άνεργοι βρίσκουν πιο δύσκολα δουλειά όταν η οικονομία πάει άσχημα, και το αντίθετο όταν πάει καλά. Έτσι εξηγείται η καμπύλη Μπέβεριτζ.
Όσο πιο κοντά στους άξονες είναι η καμπύλη Μπέβεριτζ, τόσο πιο αποτελεσματικά λειτουργεί η αγορά εργασίας. Στις ΗΠΑ όμως παρατηρείται, από το 1990 και μετά, ότι η καμπύλη Μπέβεριτζ έχει χειροτερεύσει –δηλαδή έχει μετακινηθεί προς τα πάνω και έξω– για τους εργάτες που είναι άνεργοι για σχετικά μεγαλύτερα διαστήματα. Το ποσοστό ανεργίας τους είναι 4 ποσοστιαίες μονάδες πιο μεγάλο από ό,τι θα περιμέναμε με βάση την καμπύλη Μπέβεριτζ για το 2007. Η εξήγηση που προσφέρει το υπόδειγμα DMP είναι ότι το «ταίριασμα» είναι πιο δαπανηρό από πριν, και η πιθανότητα να βρει κανείς δουλειά έχει μειωθεί για οποιονδήποτε συνδυασμό κενών θέσεων και ανεργίας. Η ανεργία που αντιστοιχεί σε τέτοια μεταβολή είναι γνωστή σαν «διαρθρωτική». Μια πιο βαθιά εξήγηση είναι ότι ταχύρυθμη τεχνολογική ανάπτυξη και αστραπιαίες μετακινήσεις κεφαλαίων διεθνώς τείνουν να αυξήσουν την αβεβαιότητα που αισθάνονται άτομα και επιχειρήσεις σε όλες τις αναπτυγμένες οικονομίες για το ποια προϊόντα και προσόντα θα βρίσκονται σε μεγάλη ζήτηση στην παγκόσμια οικονομία.
Τι ακριβώς μας μαθαίνει η καινούργια αυτή επιχειρηματολογία για το επίπεδο της ανεργίας; Π.χ., είναι η μέση ανεργία στις χώρες του ΟΟΣΑ, που κυμαίνεται σε ποσοστό 10%, «υπερβολικά μεγάλη»; Μια χρήσιμη αναλογία είναι ο βαθμός πληρότητας ξενοδοχείων· είναι πολύ μεγάλος εάν είναι 90%; Ξενοδόχοι παντού θα ήταν ευτυχέστατοι εάν μόνο 10% των δωματίων είναι άδεια, και ευχαρίστως τα κρατούν καθαρά και πανέτοιμα για τους πελάτες τους. Γιατί τότε βλέπουμε την ανεργία με διαφορετικό πρίσμα; Γιατί οι κοινωνίες είναι απρόθυμες να φορολογούν τους εργαζομένους για να επιδοτούν τους ανέργους για όσο χρόνο απαιτείται μέχρις ότου βρουν αξιοπρεπείς δουλειές; Οι οικονομολόγοι απαντούν συχνά στο ερώτημα αυτό αναφερόμενοι στον λεγόμενο «ηθικό κίνδυνο»: γενναιόδωρα επιδόματα ανεργίας την ανοσοποιούν, και συνεπώς τείνουν να αποθαρρύνουν την εντατική αναζήτηση δουλειάς. Επίσης στη σύγχρονη οικονομία καινοτομίες κάθε είδους οδηγούν στην εμφάνιση νέων προϊόντων και εγκατάλειψη παλαιών, πράγμα που απαιτεί τη μετακίνηση εργατικού δυναμικού από υπάρχουσες βιομηχανίες στις καινούργιες, που συνεπάγεται ενδεχομένως και γεωγραφική μετακίνηση.
 
Ο Χριστόφορος Πισσαρίδης μαθητής στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, σε απαγγελία στην επέτειο της 25ης Μαρτίου.
 
Το υπόδειγμα DMP συμπεραίνει ότι γενναιόδωρα επιδόματα λειτουργούν ως αντικίνητρα, και συνεπώς επιμηκύνουν την ανεργία, αυξάνοντας με τον τρόπο τους το ποσοστό ανεργίας. Το συμπέρασμα αυτό φαίνεται ότι εξηγεί γιατί οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας από ό,τι οι ΗΠΑ κατά τα τελευταία 30 χρόνια· υψηλοί φόροι στο εργατικό εισόδημα είναι ένας δεύτερος λόγος. Τα στατιστικά στοιχεία επιβεβαιώνουν την πρόβλεψη της θεωρίας αυτής, ότι μεγαλύτερη εξασφάλιση του εισοδήματος αποθαρρύνει την απασχόληση.
Τέτοια συμπεράσματα αναγκάζουν κάθε πολιτισμένη κοινωνία να αντιμετωπίσει το δυσάρεστο δίλημμα επιλογής οικονομικής πολιτικής μεταξύ εξασφάλισης εισοδήματος και αύξησης της απασχόλησης, δεδομένης συχνά της τάσης της τεχνολογικής προόδου να υποκαθιστά την εργασία με κεφάλαιο. Συνεπώς, τι ποσοστό ανεργίας είναι κοινωνικά βέλτιστο; Πόσο πρέπει να προστατεύσουμε τους άνεργους συμπολίτες μας, και για πόσο διάστημα; Θέλουμε ανεργία 5% ή 6%, που θεωρούσαμε δεδομένο μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ή έχει ανέβει το ενδεικνυόμενο ποσοστό της στο 8-10%, δηλαδή στα επίπεδα που βρίσκονται τώρα οι χώρες του ΟΟΣΑ;
Το υπόδειγμα DMP μας έχει δώσει έναν καινούργιο τρόπο σκέψης για το φλέγον θέμα της πρέπουσας πολιτικής σχετικά με την ανεργία που παρατηρείται σε διάφορες οικονομίες. Αυτό μπορεί να είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από το κοινωνικά βέλτιστο, ανάλογα με το εάν οι άνεργοι που ψάχνουν για δουλειά είναι περισσότερο ή λιγότερο επιλεκτικοί όταν δέχονται προσφορές από εργοδότες. Και τα δύο αυτά αποτελέσματα είναι δυνατά, διότι κάθε ένας άνεργος που αρχίζει να ψάχνει για δουλειά επιβαρύνει την έκβαση της αναζήτησης εργασίας όλων των άλλων και βελτιώνει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να προσλαμβάνουν εργάτες της αρεσκείας τους. Περισσότερο επιλεκτικά άτομα δημιουργούν εξωτερικές οικονομίες στους υπολοίπους, πράγμα το οποίο συνεπάγεται αύξηση της ανεργίας πέραν του κοινωνικά βελτίστου επιπέδου· αντίθετα, οι εξωτερικές οικονομίες που δημιουργούνται από λιγότερο επιλεκτικά άτομα επιφέρουν μείωση της ανεργίας κάτω από το κοινωνικά βέλτιστο επίπεδο.
 
Οι συλλογισμοί αυτοί είναι ενδεικτικοί των πρακτικών προβλημάτων σχεδιασμού κοινωνικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Διευκολύνουν την επιχειρηματολογία για πιο περίπλοκα προβλήματα πολιτικής, όπως την αναγνώριση ότι η παρατεταμένη ανεργία συνοδεύεται με απώλεια προσόντων, εντείνοντας έτσι τον ρόλο της ανεργίας στην οικονομική ανισότητα.
Το υπόδειγμα DMP μας έχει δώσει έναν καινούργιο τρόπο σκέψης που είναι πλήρως ενσωματωμένος στη σύγχρονη μακροοικονομική, κάνοντας και πιο ρεαλιστικό και πιο άμεσα χρήσιμο τον σχεδιασμό οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
 
ΚΩΣΤΑΣ ΑΖΑΡΙΑΔΗΣ(Costas Azariadis). Καθηγητής Οικονομικής στην τιμητική έδρα “Edward Mallinckrodt”, Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον, Σαιντ Λούις, Μιζούρι. Ph.D., Πανεπιστήμιο Κάρνεγκι Μέλον, Πίτσμπεργκ. Κορυφαίος μακροοικονομολόγος με πλουσιότατο ερευνητικό έργο, ως επί το πλείστον θεωρητικό και με μεγάλη επιρροή και εκτίμηση, σε θέματα συναφή με την αλληλεπίδραση της μακροοικονομικής με την αγορά εργασίας, την οικονομική μεγέθυνση και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και τις θεμελιώδεις ιδιότητες του νεοκλασικού μακροοικονομικού υποδείγματος. To βιβλίο του IntertemporalMacroeconomics (1993) είναι ένα από τα κλασικά εγχειρίδια της σύγχρονης δυναμικής μακροοικονομικής.
ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ (Yannis M. Ioannides). Καθηγητής Οικονομικής στην τιμητική έδρα “MaxandHertaNeubauer” του Πανεπιστημίου Tufts, Μέντφορντ, ΗΠΑ. Ph.D., Πανεπιστήμιο Στάνφορντ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την μακροοικονομία (με έμφαση στην αστική οικονομία), την αγορά εργασίας και στέγης, και την οικονομική των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και δικτύων. Το βιβλίο του From Neighborhoods to Nations: The Economics ofSocial Interactions θα εκδοθεί τον Νοέμβριο 2012 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Πρίνστον.